ι χωρικο απμειναν ασλευτοι. Αυτς ο χος τος θμιζε κτι ξεχωριστ, μα καννας δεν μποροσε να πει τι.
χι, δεν ταν ο συχος χτπος της καμπνας, πο καλοσε τους ανθρπους για τη Χριστουγεννιτικη λειτουργα. ταν να κλεσμα σπασμωδικ, ακατστατο, τρομαγμνο.
Κενη την ρα, οι νθρωποι βρισκντουσαν μσα στα σπτια, να ετοιμσουνε και να ετοιμαστονε για του Χριστο τη γννηση. τσι, ο μεγλος δρμος κι η πλατεα ταν ρημα.
— Το σμαντρο! μουρμορισε ο δμαρχος του χωριο. Κτι τρχει!
Κι σοι καταλβανε πως τανε το σμαντρο που χτυποσε, επανε το διο: Κτι τρχει!
— Πρπει να πω..., συνχισε ο Δμαρχος.

Απ τα σπτια ξεπροβλανε πρσωπα ανσυχα. Τι γινε; Ποιος χτυποσε το σμαντρο;
Στο συχο εκκλησκι του χωριο, ο αντλαλος τανε τρομερς. Ο γερο-καντηλανφτης κρεμασμνος απνω στο σκοιν, τραβοσε, τραβοσε σα δαιμονισμνος. Κοντ του στεκταν νας γνωστος, που λες και μετροσε να-να τα καμπανσματα.
— Σταμτα, γρο, φναξε ο Δμαρχος... Σταμτα και πες μου γιατ ξεσκωσες ολκληρο το χωρι.
Αλλ ο καντηλανφτης δεν τον κουσε.
Ο γνωστος πλησασε τον Δμαρχο κι επε:
— Εναι για τον τρελ, κριε…
Ο Δμαρχος ξαφνιστηκε και τον κοταξε επμονα.
— Ποιν τρελ; Μεθυσμνος εσαι, νθρωπε;
Ο λλος κονησε το κεφλι λυπημνος:
— Δε με γνωρζετε, κριε. Εμαι ο Μαρνος, ο φλακας του τρελοκομεου!
Το τρελοκομεο! Κθε που τχαινε να προσπερσουν απ κενο το γκρζο κτριο, οι χωρικο νοιθανε την καρδι τους να σφγγεται απ φβο και λπη. Η μντρα του ξεχριζε πρα, στην κρη το χωριο, φυλγοντας το κτριο αποξενωμνο απ τος γνωστικος. Οι ρρωστοι, σοι δεν τανε επικνδυνοι, σκαλζανε το λαχανκηπο, ποτζανε τα λουλοδια με κινσεις μηχανικς. Οι λλοι, μνανε ολημερς κλεισμνοι.

Ο Δμαρχος χλμιασε. κανε μια φανερ προσπθεια να χαμογελσει και ρτησε:
— Και λοιπν, τι γινε; πιασε φωτι εκε;
— χι, κριε, νας π' αυτος δραπτευσε.
γινε σιωπ. Ο καντηλανφτης φησε το σμαντρο να ησυχσει.
— Καλ, επε τλος ο Δμαρχος. Θα ειδοποισω τος χωροφλακες και τον τελλη.
ξω κανε κρο διαπεραστικ.
— Να μαζψετε τους χωροφλακες! επε βιαστικ στον ενωμοτρχη. νας τρελς το 'σκασε. Δεν ξρω αν εναι επικνδυνος. Ο,τι και να 'ναι, πρπει να τον βρομε.
Ο τελλης μδαγε πνω στην ρα τη γαλοπολα του. Ξαφνιασμνη η γυνακα του, τρεξε να τον ειδοποηση, εν ο Δμαρχος καθτανε να γρψει το μνυμα:
«Ειδοποιομε τους κτοικους, τι απ' το τρελοκομεο ξφυγε νας ρρωστος. Προσχετε τα παιδι σας! Προσχετε τα παιδι σας! Οι ντρες να συγκεντρωθονε στην εκκλησα, να βοηθσουνε στη σλληψη του».
Στην εκκλησα μαζετηκαν οι νοι του χωριο. λλοι με τις τσουγκρνες τους κι λλοι με ρπαλα.
Η ρα ταν τσσερις τ’ απγεμα. Ο Δμαρχος κλεσε το Μαρνο, το φλακα του τρελοκομεου και του 'πε:
— Πρε τους ντρες και τους χωροφλακες και πηγανετε να βρετε τον τρελ. Εγ θα κρατσω να χωροφλακα για την ασφλεια του χωριο.
Κι η ομδα ξεκνησε αργ μσ' απ' τα χωρφια. Ξαφνικ, βματα γργορα ακουστκανε πσω τους. Ο Μαρνος, γρισε να δει. Μια γυνακα τρεχε να τους φτσει, κνοντας μεγλες χειρονομες.
— Τι παθες, Ντοσαινα; ρτησε ο φλακας.
— Ο Γιγκος μου! τραλισε λαχανιασμνη. Δε γρισε ακμα...
— Απ πο δε γρισε;
— Εχε πει να μαζψει σκονα, ξω απ' το χωρφι. Πνε τρεις ρες τρα που δεν τον εδε κανες.
στε ο Γιγκος λειπε! Τα πρσωπα σκοτεινισανε. Ττε, φτασε κι ο Στλιος.
— Εσ να γυρσεις πσω, τον σταμτησε κποιος. Εσαι μικρς ακμα.
— Ο Γιγκος εναι αδελφς μου, αποκρθηκε τ’ αγρι, κι στερα εμαι δεκαξι χρονν.
Καννας δε μλησε πια. Οι ντρες χωρστηκαν σε δο σειρς. Κθε τσο φωνζανε δυνατ το Γιγκο, μα καννας δεν τος αποκριντανε. Κι λοι θυμντουσαν το εννιχρονο αγρι, το Γιγκο, που εχε χαθε.
Για τον Πτρακα, τον τρελ, κενη η μρα ταν ευτυχισμνη. Πριν απ χρνια πολλ, ττε που τανε δεκαπντε χρονν, να βαρδι πεσε στο κεφλι του. ξι μνες μεινε στο κρεβτι. σα σηκθηκε, εχε σωστ τα λογικ του, μνο που κθε τσο πθαινε κτι περεργες κρσεις, επικνδυνες. Τον βλανε λοιπν στην κλινικ.
Τρα τανε εκοσι χρονν. Κι ταν βγκε στο περιβλι της κλινικς κι εδε τον λιο τσο μεγαλπρεπο κενη την ημρα και τα χωρφια τσο ατλειωτα, δεν κρατθηκε λλο.
, τι ανεκτμητο αγαθ εναι η ελευθερα!
Σαν φτασε στο ποτμι, στθηκε.
Εκε, ομορφι ξεπρναγε κθε φαντασα. κοψε να κλαδ απ' το πεκο και κθησε κατχαμα.
Ο Πτρακας ξερε να σκαλζει το ξλο, να του δνει μορφ καλλιτεχνικ. Τοτη η δουλει του ρεσε και πντα καταπιαντανε με δατην. βγαλε λοιπν τον παλι του σουγι κι ρχισε να πελεκει το κλαδ.
Ο Γιγκος, πλι, ταν να συχο αγρι. Το γνωστο μως, του κανε πντα εντπωση. Γι’ αυτ ξεμκρυνε κενη τη μρα, θαυμζοντας τη χειμωνιτικη φση. Ξφνου, σκνταψε. Γρισε να δει. νας νθρωπος καθισμνος κατχαμα, τον κοιτοσε
Τλος, ο γνωστος χαμογλασε και τον τρβηξε κοντ του. Αγαποσε τα παιδι, πολ.
— Θλεις να σου φτιξω να καραβκι; τον ρτησε.
Κι εκενο, ντροπαλ, αποκρθηκε:
— χι, θλω μια Παναγα!

Ο πρτος  χωροφλακας απμεινε παγωμνος. κανε να ξεθυλακση το πλο του, μα σα να μετνοιωσε, φησε το χρι του να πσει δειο.
— Να 'τοι! ψιθρισε,
— Ποιοι;
— Ο Γιγκος κι ο λλος, ο τρελς!
Γρω του μαζετηκαν λοι. τι θα γιντανε; Το παιδ καθισμνο στα γνατα του τρελο τον κοταζε ευτυχισμνο να σκαλζει το ξλο. Σωστ πολεμικ συμβολιο ρχισε ττε ψιθυριστ. αν τρομζανε τον τρελ, αυτς μπορε να χτπαγε το παιδ. μα και πλι τι λλο να κνανε;
Στο μεταξ, ο Πτρακας, δολευε το ξλο κι ολονα μιλοσε στ' αγρι, για τη ζω του την παλι, την τωριν.
Ττε ο Στλιος πγε κοντ στον πρτο χωροφλακα κι επε:
— χω μια ιδα. Αφστε, θα πω μνος μου.
Καθς τον εδε ο Πτρακας να ξεπροβλλει, τρμαξε. Αγκλιασε το Γιγκο σφιχτ σα να του ζητοσε προστασα. Κι εκενος τον καθησχασε:
— Μην τρομζεις, εναι ο Στλιος, ο αδερφς μου.
Στο φοβισμνο πρσωπο απλθηκε χαμγελο εμπιστοσνης. Ο Στλιος τους πλησασε συχα και κθησε δπλα τους. «Το νου σου, κακομορη μου»! λεγε στον εαυτ του.
— Τι μορφη Παναγι, επε. Μνος σου την φτιαξες;
Ο Πτρακας κονησε το κεφλι ευτυχισμνος.
— Θλεις να την πμε στην εκκλησα, Εκε στη Φτνη; εξακολοθησε ο Στλιος μαλακ.
Αυτ δεν το εχε σκεφτε ο Πτρακας. Κι πειτα ο δρμος τον τρμαζε.
Αλλ τα μτια το Γιγκου τον κοιτζανε με τση επιμον κι αγπη.
— Καλ, επε, πμε στην εκκλησα.

Σηκθηκαν κι οι τρεις μαζ. Ο Γιγκος πιασε τον Πτρακα απ το χρι τρυφερ.
Στ' λλο, ο τρελς κρατοσε την ξλινη Παναγι.
Κι εν προχωροσαν τσι, οτε στιγμ δεν τους πρασε απ' το μυαλ πως ολκληρο το χωρι τος ακολουθοσε αθρυβα, λγα μτρα πιο πσω.
Σα φτσανε στην πλατεα του χωριο, εχε νυχτσει. Απ την ανοιχτ πρτα της εκκλησις ακογονταν ζεστς παιδικς φωνς, που τραγουδοσαν τον ερχομ του Χριστο. Ο Γιγκος τρβηξε τον Πτρακα μαλακ. Κι εκενος τον ακολοθησε σαν υπνωτισμνος.
Μπροστ στη Φτνη τρεμοσβνανε τα κερι. Ο Γιγκος γοντισε κι απθωσε την ξλινη Παναγι στη μση. στερα σηκθηκε και κοταξε το φλο του.
Τον κοταξε κι εκενος και στη θολ ματι του ξεχθηκε μια γαλνη βαθει σαν τον ωκεαν.
— Πρπει να γυρσω, Γιγκο, επε σιγαν και του χιδεψε το κεφλι. Με περιμνουν. Μα τρα θα γνω καλ, το ξρω πως θα γνω καλ, γιατ μουνα ρρωστος βαρει.
Το πρσωπο του παιδιο συσπστηκε. Ο Πτρακας χαμογλασε:
— Θα γυρσω, αγορκι, σα θα γνω καλ, θα γυρσω.
Και με αργ αλλ σγουρα βματα βγκε απ την εκκλησα.

(Διασκευ ξενφωνου διηγματος απ τη Σοφα Δαγιντη)

The Carved Wooden Virgin

he villagers stood rigid with bated breath.  This sound reminded them of something special, but no-one could say what. No, it was not the quiet ringing of the bell calling people to church for Christmas.  It was a broken, scared summons. At the time, most people were in their houses, preparing as best they could for Christ's birth.  So, the main street and the village square were empty.

"Why is the alarm ringing?" muttered the village mayor.  "What is happening?"
The same question was on the lips of everyone who realised it was an alarm. Something was happening!
"I had better go," said the mayor.

Worried people started appearing from inside the houses.  What had happened?  Who was ringing the alarm?  In the quiet village chapel, there was tremendous echoing.  The old verger, almost dangling from the rope, was pulling, pulling as if possessed.  Next to him stood a stranger, who seemed almost to be counting the bell strokes one by one.

"Stop that, old man," shouted the mayor.  "Stop that and tell me why you have raised the whole village."
But the verger did not hear him.
The stranger approached the mayor and said, "It is for the madman, sir."
The mayor was startled and stared at him.  "What madman?  Are you drunk, my good man?"
The stranger shook his head, sadly.  "You do not know me, sir.  My name is Marinos; I am the guard at the asylum."
The asylum!  Every now and then, when they would pass by that grey building, the villagers would feel th grip of fear and sorrow on their hearts.  They could see its wall at the edge of the village, guarding the building, keeping it away from the sane.  The inmates, at least those who were not dangerous, with mechanical gestures, worked the vegetable patch, watered the flowers.  The others were kept indoors all day long.

The mayor went pale.  He made a brave attempt to smile and asked, "So, what happened?  Did the asylum catch fire?"
"No sir.  One of them escaped."
Everyone fell silent.  The verger ceased ringing the bell.
"Fine," said the mayor finally.  "I will notify the gendarmes and the town crier."  Outside it was bitterly cold.
"You must summon the gendarmes!" he hurriedly told the local sergeant.  "A madman has escaped.  I do not know if he is dangerous.  Whatever the case is, we have to find him."
At that point, the town crier was still plucking his turkey.  Caught by surprise, his wife ran to tell him, while the mayor sat down to write the announcement.
"Warn everyone that an inmate has escaped from the asylum.  Watch out for your children!  All the men are to gather in the church to assist in apprehending him."
All the young men of the village gathered in the church.  Some had their pitchforks, while others carried clubs.
It was already four in the afternoon.  The mayor summoned Marinos, the asylum guard and told him, "Take the men and the gendarmes to go and find the madman.  I will keep one gendarme here to secure the village."
And the group set out slowly into the fields.  Suddenly, there was the sound of hurried steps behind them.  Marinos turned round to see.  A woman was running to catch up with them, waving wildly.
"What has happened, Dousaina?" asked the guard.
"My son, John," she stammered, out of breath.  "He hasn't come home yet."
"Home from where?"
"He had gone to collect kindling, beyond the fields.  No-one has seen him for more than three hours now."
So John was missing!  The villagers' faces darkened.  Then, Stelios turned up.
"You should go home," someone told him.  "You're too young.
"John is my brother," responded the boy.  "Besides, I am 16."  No-one else dared argue.  The men split into two groups.  From time to time, they shouted loudly for John, but without luck.  Everyone's thoughts were with John, a mere nine-year-old boy, lost.
On the other hand, Petros the madman, was having a lovely day.  He had been only 15, many years before, when a he had been struck on the head by a heavy weight.  He had been bedridden for months and, when he had recovered, he still retained his senses, except that, from time to time, he was taken by strange, dangerous fits.  So they put him in the asylum.  Now, he was 20.  And when he had gone out into the garden that morning and seen how beautiful the sun was, how endless the fields, he had not been able to resist.
Freedom is priceless.
But when he reached the river, he stopped.
Here, everything was beautiful beyond his dreams.  He cut a small branch from a pine tree and sat down on the ground.  He knew how to carve wood, shaping it like an artist.  He loved doing that and would always get absorbed in what he was doing.  So he pulled out his old penknife and started on the branch.
John was a quiet child, but very curious about anything new.  That is why he had crept away that day, enjoying the wintry day.  Then suddenly, he had tripped over something.  When he turned to see, there was someone sitting on the ground, watching him.  Then the stranger smiled at him and gestured for him to draw near.  He loved children. 
"Would you like me to make you a boat?" he asked.
Shyly, John replied, "No, I want a carving of the Virgin."

The first gendarme froze at the sight of them.  He made a move to draw his weapon, but let his hand drop back empty.
"There they are," he whispered.
"Who?"
"John and the madman."
Everyone crowded around him.  What was going to happen?  The child was sitting on the madman's lap, happily watching him carve the wood.  Then the whispers started up with strongly aggressive advice:  If they were to scare the madman, he might hurt the boy and who knew what else he might do.
In the meantime, Petros went on working the wood and chatting with the boy, about his old life and how he was living now.
Then Stelios went up to the first gendarme and said, "I have an idea.  Let me go on my own."
When Petros saw him coming forward, he was scared.  He hugged John tightly, as if asking for his protection.  And John reassured him.  "Don't worry.  That's Stelios, my brother."
The scared face changed to a wide trusting smile.  Stelios drew near them quietly and sat down beside them.  "Just be careful, you poor boy," he told himself.  "What a beautiful carving of the Virgin," he said.  "Did you make that yourself?"
Petros nodded, pleased.
"Shall we take her to the church?  Put her in the nativity scene?" added Stelios quietly.  Petros had not thought of that.  Besides, he was scared of taking the road.  However, John's eyes were on him, with such trusting affection.  "Fine," he said, "let's go to the church."

The three of them stood up and John gently took Petros by the hand.  Petros carried the wooden carving in his other hand.  They moved ahead together, without for a moment realising that the entire village was watching them, holding their breath, a few yards behind.
By the time they reached the village square, night had fallen.  Through the open doors of the church, they could hear warm, childish voices, singing carols.  John pulled on Petros gently and he followed him almost in a trance.
The candles were shimmering in front of the nativity scene.  John knelt down and put the wooden Virgin in the middle.  Then he stood up and looked at his friend.  Petros looked back at him, with glazed eyes overflowing with a profound peace.
"I have to go back now, John," he said quietly, caressing his head.  "They are expecting me.  But I will get well again, I am certain I will get well again, because I have been badly sick."
The child's face crumpled, but Petros smiled.
"I will come back again, my child.  When I am well again, I will come back."  And with slow, confident steps, he left the church.

(Tale retold by Sophia Dayiandi )